02/08/2019

[Κριτική] «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Γράφει ο Νέαρχος Κουρσάρος [nearchos_k@rocketmail.com]

Τη δική της θέαση του πολιτικού γίγνεσθαι ήρθε να μας δώσει η Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου στη Λεμεσό, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος.  Σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα και σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος μας χάρισε μια ξεχωριστή οπτική της ευριπίδειας ηρωίδας.

Βρισκόμαστε στην Αυλίδα όπου ο ελληνικός στόλος έχει καθηλωθεί λόγω της άπνοιας.  Προκειμένου να φυσήξει ούριος άνεμος και τα πλοία να σαλπάρουν για την Τροία η κόρη του αρχιστράτηγου των Αχαιών, Αγαμέμνονα, η Ιφιγένεια πρέπει να θυσιαστεί.  Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην προσωπική και οικογενειακή εκδίκηση και την φιλαρχία ο Αγαμέμνονας καλείται να επιλέξει είτε να θυσιάσει το σπλάγχνο του είτε η εκστρατεία να μην ξεκινήσει.  Η ευριπίδεια γραφίδα είναι από τις πιο ανατρεπτικές για εκείνη την περίοδο.  Λαμβάνοντας υπόψη μας το ιστορικό πλαίσιο με μια Αθήνα μπλεγμένη στην εμφύλια διαμάχη (Πελοποννησιακός Πόλεμος), μ’ ένα πολίτευμα που κλονίζεται από τις έριδες, τις αντιδικίες και τους εξοστρακισμούς, ο Ευριπίδης εποπτεύει τα της Ελλάδος πράγματα παρεμβαίνοντας με το πολιτικό -θα λέγαμε σήμερα- μανιφέστο της Ιφιγένειας, «να πεθάνει κανείς για την πατρίδα».  Ειρωνικό βέβαια το ερώτημα, καθώς το ίδιο το έργο είναι βαθιά αντιμιλιταριστικό και μεστό νοημάτων.

«Αρετής θεμέλιο η μόρφωση»

Πρωτίστως η ίδια η μετάφραση υπήρξε πολύ βοηθητική, καθώς διατήρησε ρυθμικά την εξελικτική πορεία του έργου.  Ο Γιάννης Καλαβριανός συνέλαβε μ’ ένα έξυπνο τρόπο τον νοηματικό πυρήνα του έργου που δεν είναι άλλος από το βασανιστικό δίλημμα εξουσία ή ειρήνη, εγωισμός ή φιλευσπλαχνία.  Το ελάφι, σύμβολο της θεάς Αρτέμιδος στην οποία θ’ απευθύνονταν η θυσία κατέχει κεντρικό ρόλο στη σημειολογία του δράματος.  Σαν ένα πρόβατο επί σφαγή η Ιφιγένεια θα δοθεί για το καλώς νοούμενο συμφέρον των Ελλήνων, αλλά ποιών Ελλήνων;  Αυτών που επιλέγουν για ηγέτες τους όχι ανθρώπους με φρόνηση μα κυρίως, με καταγωγή από πολιτικά τζάκια.  Το σκηνικό αποτέλεσμα έρχονται να συμπληρώσουν η λιτή αλλά ορθή επιλογή ενός αφαιρετικού τοπίου από τις Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα και Ράνια Υφαντίδου, η μουσική επένδυση του Θοδωρή Οικονόμου και η χορογραφία του Δημήτρη Σωτηρίου.

Αγαμέμνων: «Δούλος της Ελλάδος είμαι παιδί μου…»

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στη διανομή των ρόλων.  Γιώργος Γλάστρας ως Αγαμέμνων και Νικόλας Μαραγκόπουλος ως Μενέλαος ενσαρκώνουν την ίδια την πολιτική εξουσία που θέτει φθονερά αδιέξοδα στον λαό περιλαμβανομένου και του «πόλεμος ή πόλεμος».  Κάποιοι θα έλεγαν ότι θα ήταν προτιμότερο να βλέπαμε τη φιλαρχία των δύο στρατηγών με περισσότερο στόμφο, ωστόσο αυτό δεν είναι απαραίτητο λόγω και της ευριπίδειας γραφής, η οποία διαθέτει μια εσωτερική ένταση και είναι εστιασμένη στο γιατί παρά στα πέριξ.  Γιώργος Καύκας (Πρεσβύτης), Χρίστος Στυλιανού (Αγγελιαφόρος) και Θανάσης Ραφτόπουλος (Αχιλλέας) συνηγορούν στο ν’ αντιληφθούμε τί συμβαίνει σ’ ένα ανδροκρατούμενο πολιτικό γίγνεσθαι.  Εντύπωση μας προκάλεσε η ερμηνεία της Κλυταιμνήστρας (Μαρία Τσιμά) η οποία μάταια πασχίζει να σώσει το παιδί της και ν’ αποτρέψει την με δόλο εξαπάτησή τους από τον ίδιο της τον σύζυγο.  Σε συνδυασμό με την ίδια την Ιφιγένεια (Ανθή Ευστρατιάδου), οι θρήνοι τους αντηχούν ως βροντερές αντιπολεμικές φωνές στρεφόμενες προς πάσαν κατεύθυνση.  Η ευριπίδεια Κλυταιμνήστρα δεν είναι παρασυρμένη από έναν υπερφυσικό δαίμονα, όπως εκείνη του Αισχύλου, έχει λόγο ή τουλάχιστον εμφανίζεται ως περισσότερο στοργική υπερασπιζόμενη ένα πανανθρώπινο αγαθό, τη ζωή και εν προκειμένω το ίδιο της το παιδί.  Δεν θα συγχωρέσει ποτέ το κακό του Αγαμέμνονα, θα γίνει αγρίμι και θα εκδικηθεί, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου βάφοντας με αίμα τον οίκο των Ατρειδών.  Στο σημείο αυτό οφείλουμε να εξάρουμε την άρτια συγκρότηση και οργάνωση του χορού, η συνεισφορά του οποίου συνετέλεσε στο ωραίο αποτέλεσμα.  Μια ωραία επίσης πρωτοτυπία είναι και ο μουσικός επί σκηνής, ο Δημήτρης Χουντής.

«Φρόνηση χρειάζεται ο πολιτικός, όχι να κρατάει από τρανή γενιά»

Η τραγωδία γράφτηκε λίγο πριν το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, κάπου στα 408 π.Χ.  Ο Ευριπίδης θυμάται μια Αθήνα αλλιώτικη, πλούσια.  Τώρα βρίσκεται σε απόλυτη διάλυση, εμφύλιο σπαραγμό, με νεκρούς πολλούς και με πολεμοχαρείς ακόμη ηγέτες.  Δεν πρόκειται να ξαναδεί τη δόξα της εποχής του Παρθενώνα, ενώ την ίδια στιγμή το εν πολλοίς ισχυρό δημοκρατικό της πολίτευμα επρόκειτο να κλονισθεί από την επιβολή των Τριάκοντα Τυράννων σε μια περίοδο μάλιστα που οι εξωτερικοί της εχθροί, οι Πέρσες, χαίρονταν να βλέπουν τους Έλληνες να αλληλοσκοτώνονται.  Στον δικό μας ορίζοντα προσδοκιών μπορούμε να προσθέσουμε και τη -διαχρονική δυστυχώς- τάση των Ελλήνων για αλληλοεξόντωση σε στιγμές κρίσιμες.  Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που τα μεγαλύτερα εγκλήματα τα διέπραξαν αυτοί που «υπηρέτησαν πιστά την πεπατημένη», ήτοι ακολούθησαν όλα εκείνα που φαντάζουν ακόμα ως «πατροπαράδοτα» καταλήγοντας αντί στην ειρήνη στην πατριδοκαπηλία και την εξαπάτηση του ίδιου του δήμου, του λαού που τους ανέδειξε.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται.

 

Share this:
Tags: