Οικονομολόγος της ΔΟΕ αναλύει τα οφέλη και τις προκλήσεις του εθνικού κατώτατου μισθού

Οικονομολόγος της ΔΟΕ αναλύει τα οφέλη και τις προκλήσεις του εθνικού κατώτατου μισθού

Τα οφέλη και τις προκλήσεις που προκύπτουν από τον καθορισμό εθνικού κατώτατου μισθού ανέλυσε στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων η οικονομολόγος και ειδική επί θεμάτων που αφορούν τους μισθούς, στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ), Rosalia Vazquez-Alvarez, εξηγώντας παράλληλα τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τον καθορισμό του ύψους του κατώτατου μισθού σε μια χώρα, καθώς και το ρόλο της ΔΟΕ σε αυτή την προσπάθεια της κυβέρνησης.

Υπενθυμίζεται ότι Κυβέρνηση ζήτησε τόσο από τη ΔΟΕ όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αρχίσουν τις αναγκαίες μελέτες για το θέμα του εθνικού κατώτατου μισθού και ως χρονοδιάγραμμα έχει τεθεί η ολοκλήρωση των μελετών μέχρι τον Νοέμβριο. Βασική θέση της κυβέρνησης είναι η θέσπιση κατώτατου μισθού όταν θα υπάρχουν συνθήκες πλήρους απασχόλησης με την ανεργία κάτω του 5%.

Από πλευράς της ΔΟΕ, η Rosalia Vazquez-Alvarez ανέφερε στο ΚΥΠΕ ότι ο καθορισμός ενός εθνικού κατώτατου μισθού έχει άμεσο αντίκτυπο προς όφελος των χαμηλόμισθων και πιο ευάλωτων εργαζομένων, κάτι που σημαίνει ότι το πρώτο άμεσο όφελος από τον κατώτατο μισθό είναι η αύξηση του εισοδήματος των φτωχότερων νοικοκυριών σε μια κοινωνία.

Ταυτόχρονα, υπέδειξε, η εισαγωγή του κατώτατου μισθού συνεπάγεται και έμμεσα οφέλη για την αγορά εργασίας και την κοινωνία. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την αγορά εργασίας, η εφαρμογή του κατώτατου μισθού αποτελεί ένα θετικό κίνητρο για όσους βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο της κατανομής μισθών καθώς θεωρούν ότι οι προσπάθειά τους ανταμείβεται καλύτερα και έτσι αυξάνουν την παραγωγικότητά τους.

Την ίδια ώρα, ένας εθνικός κατώτατος μισθός μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς στη διαδικασία καθορισμού ενός μισθού, κάτι που σημαίνει ότι η διαπραγμάτευση μισθών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών καθίσταται πιο ομαλή διαδικασία που μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση διαφορών, οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα οδηγούσαν σε προβλήματα στο χώρο εργασίας.

Επιπρόσθετα, εξήγησε η ειδικός της ΔΟΕ, η αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα μειώνει τις ανισότητες σε μια κοινωνία, κάτι που αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για την κοινωνική σταθερότητα και συνοχή.

Επιπλέον, η αύξηση του εισοδήματος των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων έχει θετική επίδραση στη συνολική ζήτηση, καθώς αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα σε νοικοκυριά με ψηλή τάση κατανάλωσης, που διαθέτουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους σε καταναλωτικά αγαθά. Η αύξηση της συνολικής ζήτησης οδηγεί στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αύξησης της κατανάλωσης, αλλά και της αύξησης της παραγωγής και των επενδύσεων (εάν οι παραγωγοί διαπιστώσουν μεγαλύτερη ζήτηση) και της αύξησης των δημόσιων δαπανών, διότι μεγαλύτερη συνολική ζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε ψηλότερα έσοδα υπό τη μορφή έμμεσων φόρων.

Απαντώντας σε ερώτηση του ΚΥΠΕ, η κ. Vazquez-Alvarez εξήγησε πως για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού λαμβάνονται υπόψιν οι ανάγκες των εργαζομένων και των οικογενειών τους (κόστος ζωής, άμεσοι και έμμεσοι φόροι), καθώς και το οικονομικό πλαίσιο, δηλαδή η παραγωγικότητα, το κόστος παραγωγής, η δομή της οικονομίας – για παράδειγμα το μέγεθος των επιχειρήσεων.

«Βασικά, θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η εφαρμογή ενός κατώτατου μισθού πρέπει να είναι η σωστή που να βοηθά τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους να έχουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα να καθοριστεί στο κατάλληλο επίπεδο ώστε να μην υποφέρει η οικονομία, για παράδειγμα με απώλειες θέσεων εργασίας ή με δυσμενείς επιπτώσεις στο επίπεδο τιμών», σημείωσε.

Σύμφωνα με την ειδικό της ΔΟΕ, η βάση για το διάλογο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα. Στη βάση αυτή πρέπει να επιτευχθεί συναίνεση επί του ύψους του κατώτατου μισθού, της παρακολούθησης του αντίκτυπου που θα έχει το συγκεκριμένο ύψος με την πάροδο του χρόνου και επί του μηχανισμού που θα πρέπει να εφαρμοστεί ώστε το νομοθετικό υπόβαθρο να αναπροσαρμόζεται τακτικά και με την πάροδο του χρόνου προκειμένου να εξυπηρετούνται οι αλλαγές στην οικονομία και οι αλλαγές στις ανάγκες των εργαζομένων.

Όπως προειδοποίησε η ειδικός της ΔΟΕ, ο καθορισμός ενός πολύ ψηλού κατώτατου μισθού μπορεί να αποβεί επιζήμιος ως προς το οικονομικό του αποτέλεσμα ενώ ο καθορισμός ενός πολύ χαμηλού κατώτατου μισθού μπορεί να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την απουσία εθνικού κατώτατου μισθού.

Εξήγησε ότι κατά την αξιολόγηση του ύψους του κατώτατου μισθού αυτό που εξετάζεται είναι αξία του σε σχέση με τη μέση τιμή στη μισθολογική κατανομή σε μια χώρα. Σε πολλές χώρες, σύμφωνα με την ειδικό, ο κατώτατος μισθός είναι καθορισμένος στο 50-60% του μέσου μισθού.

«Στην περίπτωση της Κύπρου δεν ισχύει καμία ιδιαίτερη διαφορά ως προς τους προαναφερθέντες κανόνες για το επίπεδο του κατώτατου μισθού: θα πρέπει να υποβληθούν εμπειρικές μελέτες για την εκτίμηση του σωστού ύψους και αυτές οι εμπειρικές μελέτες θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για τον καθορισμό κατώτατου μισθού. Το γεγονός ότι η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να αντλήσει εμπειρία από άλλες χώρες της ΕΕ στον καθορισμό και την παρακολούθηση ενός κατώτατου μισθού», σημείωσε.

Σε ό,τι αφορά το ρόλο της ΔΟΕ στην όλη προσπάθεια, η κ. Vazquez-Alvarez εξήγησε ότι η Οργάνωση παρέχει τεχνική βοήθεια στην κυβέρνηση προκειμένου να καθορίσει το σωστό σύνολο στατιστικής ανάλυσης που θα εξυπηρετήσει την προσπάθεια της κυβέρνησης και των κοινωνικών εταίρων να φτάσουν σε συντονισμένες και συναινετικές επιλογές ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού. «Ως εκ τούτου, ο ρόλος της ΔΟΕ είναι να κατευθύνει την Κυβέρνηση σε σχέση με τις ανάγκες δεδομένων και την εμπειρική μεθοδολογία για την αξιολόγηση τόσο των αναγκών των εργαζομένων και των οικογενειών τους όσο και του οικονομικού πλαισίου».

Διαβάστε περισσότερα από την κατηγορία ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ