13/03/2019

[Κριτική] Για το «Έγκλημα στο Orient Express» στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη

Ένα από τα εμβληματικότερα έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας, το «Έγκλημα στο Orient Express» της Αγκάθα Κρίστι, παίζεται στο θέατρο ‘Κάτια Δανδουλάκη’.  Πρόκειται για την πρώτη θεατρική απόδοση στην Έλλάδα του κειμένου του Κεν Λούντβιχ σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη και με διαλεκτούς πρωταγωνιστές τους: Δάνη Κατρανίδη, Τάσο Χαλκιά, Κάτια Δανδουλάκη, Όλγα Πολίτου, Αντώνη Καφετζόπουλο, Τάκη Παπαματθαίου, Τάνια Τρύπη, Ταμίλα Κουλίεβα, Λένα Δροσάκη, Άγγελο Μπούρα και Λευτέρη Ζαμπετάκη.

Γράφει ο Νέαρχος Κουρσάρος [nearchos_k@rocketmail.com]

Η ιστορία γνωστή, ο διάσημος ντεντέκτιβ, Ηρακλής Πουαρό, λαμβάνει ένα τηλεγράφημα που τον ωθεί στο να αναχωρήσει το ταχύτερο δυνατό επιβιβαζόμενος κατόπιν δυσκολιών στο Οριάν Εξπρές, την γνωστή «Ταχεία της Ανατολής», από την Κωνσταντινούπολη για το Παρίσι.  Η πολυτελής αμαξοστοιχία φιλοξενεί όχι μόνο τον γνωστό ντεντέκτιβ αλλά και διάφορες άλλες επιφανείς προσωπικότητες της εποχής.  Το δεύτερο βράδυ ένας φόνος συμβαίνει στην κλινάμαξα και ο διάσημος Πουαρό καλείται να τον εξιχνιάσει.  Πρόκειται για ένα μυστήριο με πολλές ανατροπές, εκπλήξεις και αλλεπάλληλες εναλλαγές συναισθημάτων, όπου όλοι μπορεί να είναι το ίδιο ένοχοι και αθώοι.

Το έργο της Αγκάθα Κρίστι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1934 με τον τίτλο “Murder on the Orient Express”, και μαζί με το μυστήριο μας περιγράφει και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής του μεσοπολέμου και την κοινωνική της διαστρωμάτωση, μια και οι πολιτικές ζυμώσεις της περιόδου υπήρξαν αδιάλειπτες με όλες τις μετέπειτα ολέθριες συνέπειες για την Ευρώπη και τον κόσμο.  Συνεπώς, μια αριστοκρατική αμαξοστοιχία, όπως του Οριάν Εξπρές, της οποίας τις ανέσεις επεδίωκαν ν’ απολαύσουν αρκετά μέλη της λεγόμενης «ανώτερης τάξης», ήταν φυσικό να εμπνεύσει και την μυθιστοριογράφο εντάσσοντάς την στη δραματική πλοκή του έργου της.

Η πρώτη, λοιπόν, θεατρική μεταφορά της ιστορίας αυτής στο ελλαδικό θεατρικό σανίδι είναι σε γενικές γραμμές περιποιημένη και δομημένη με όσο το δυνατόν καλύτερο σκηνοθετικό τρόπο.  Η δυσκολία του εγχειρήματος στηρίζεται σε δυο μέρη.  Πρώτον, οι εκτενείς αφηγήσεις της συγγραφέως, οι λεπτομέρειες και οι τεράστιες εγκιβωτισμένες αφηγήσεις που περιλαμβάνει το ίδιο το βιβλίο δεν επιτρέπουν την εύκολη αποτύπωσή τους επί σκηνής, ενώ κατά δεύτερον, οι επαναλαμβανόμενες αλλαγές δραματικών σκηνών (εξωτερικό σιδηροδρομικού σταθμού, τεκταινόμενα εντός και εκτός των προσωπικών δωματίων των ηρώων) οδηγούν τον ίδιο τον αναγνώστη, πολύ περισσότερο τον θεατή, στο ν’ αδυνατεί να συνδέσει τα κομμάτια του δραματικού χρόνου και κατ’ επέκταση στη δημιουργία κενών περί της πλοκής.  Αυτή τη διττή δυσκολία έρχεται να γεφυρώσει η ύπαρξη ενός αφηγητή, που κατά γενική ομολογία αποτρέπει και καλύπτει -θα λέγαμε- τα δραματικά κενά, παραγνωρίζει όμως το γεγονός πως η συγγραφέας δεν είναι παντογνώστης αφηγητής αλλά η εστίασή της είναι πολυπρόσωπη.  Σαφώς, σε δύο ώρες θα ήταν αδύνατον ν’ αποφευχθεί η όποια αδυναμία.  Επιπλέον, μπορεί το έργο να έχει μια αυτοδυναμία αλλά είναι εντελώς διαφορετική η αποτύπωση επί χάρτου και επί σκηνής.  Δεδομένων αυτών, η σκηνοθετική προσπάθεια του Αντώνη Καλογρίδη κρίνεται αρκούντως ικανοποιητική.  Την ίδια στιγμή, τα υπέροχα σκηνικά των Γιώργου Γαβαλά και Μαίρης Τσαγγάρη, όπως επίσης και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, ενισχύουν την διαμορφωμένη εικόνα για την εποχή και αντικατοπτρίζουν αυτούσια μπορούμε να πούμε, την ‘αριστοκρατική τάξη’ του Οριάν Εκπρές, ήτοι τους πρωταγωνιστές, οι οποίοι ωθούνται στο έγκλημα έχοντας μια κοινή αφετηρία.

Το τολμηρό εγχείρημα έρχονται να συμπληρώσουν οι πρωταγωνιστές της παράστασης ο καθένας με τον δικό του τρόπο.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι από τις λίγες φορές που τόσο φτασμένοι ηθοποιοί συνυπάρχουν ομαλά επί σκηνής συνδυάζοντας ταλέντο, προσαρμοστικότητα και συναίσθημα χωρίς ιδιαίτερη επιτήδευση.  Μοναδικό ίσως ατόπημα είναι το άγχος τους να αποδώσουν όλα τα μηνύματα του έργου, γεγονός που φαίνεται από κάποιες πολύ μικρές στιγμές αμηχανίας.  Εντούτοις, έχουν όλοι τους συναίσθηση του εγχειρήματος, συνεργάζονται με ευλάβεια και με σεβασμό προς το κοινό, χωρίς να επιδιώκουν την αυτοπροβολή τους, πράγμα που πρέπει ν’ αναγνωριστεί.  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για καλλιτέχνες που στην πλειονότητά τους έχουν πολύχρονη πείρα στο θεατρικό σανίδι και όχι μόνο και επομένως, αν το ζητούμενο ήταν εν τέλει να δοκιμαστούν σε κάτι διαφορετικό και να «τσαλακωθούν», η προσπάθειά τους στέφεται με επιτυχία.

Τόσο στο Οριάν Εξπρές όσο και στο «Έγκλημα στη Μεσοποταμία» και «Έγκλημα στο Νείλο» του 1936 και 1937 αντίστοιχα, καθώς και στα πλείστα έργα της Αγκάθα Κρίστι η πλοκή βασίζεται καθ’ ολοκληρίαν στον φόνο και τα κίνητρά του παίζοντας με τον εσωτερικό συναισθηματικό κόσμο τόσο των ηρώων όσο και του αναγνώστη-θεατή.  Εν προκειμένω, οι ήρωες ελέγχονται πανταχόθεν, αποκαλύπτονται και στοχοποιούνται για τον δόλο που επέδειξαν και ευρισκόμενοι ενώπιον της δικαιοσύνης καλούνται ν’ απολογηθούν και να αιτιολογήσουν το «πώς» και το «γιατί».  Ένας φόνος δεν έχει μόνο νομικές προεκτάσεις αλλά και κοινωνικές – συνειδησιακές.  Κάποιοι κατατρύχονται από τις τύψεις, ενώ άλλοι από το αίσθημα της αντεκδίκησης, στο οποίο αν δεν μπει ένα φρένο, τα πράγματα θα οδηγηθούν σ’ ένα ατέρμονο παιχνίδι δράσης αντίδρασης.

Συγχαρητήρια για την αξιόλογη προσπάθεια.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη.

Share this:
Tags: