Νέα κατάθεση του Σ. Ιακώβου της ΚΕΔΙΠΕΣ ενώπιον της Επιτροπής για τον Συνεργατισμό

Νέα κατάθεση του Σ. Ιακώβου της ΚΕΔΙΠΕΣ ενώπιον της Επιτροπής για τον Συνεργατισμό

Ενώπιον της Ερευνητικής Επιτροπής για την κατάρρευση του Συνεργατικού Πιστωτικού Συστήματος βρέθηκε σήμερα για δεύτερη φορά ο Εκτελών Χρέη Γενικού Διευθυντή της ΚΕΔΙΠΕΣ Σταύρος Ιακώβου, η κατάθεση του οποίου διήρκεσε τέσσερις περίπου ώρες.

Ο κ. Ιακώβου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ είναι θυγατρική της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχειών (ΣΕΔΙΠΕΣ), της οποίας ο μοναδικός μέτοχος (100%) είναι το κράτος.

Ανέφερε ότι εργοδοτείται στη ΚΕΔΙΠΕΣ με τους ίδιους όρους εργοδότησης που είχε ενώ εργαζόταν στην  Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, ενώ απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι στη θέση που κατέχει σήμερα τον διόρισε το κράτος και πως ο ίδιος θεωρείται δημόσιος υπάλληλος.

Είπε ότι αρχικά η επιλογή του ήταν να αποχωρήσει με το σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης που προτάθηκε στους εργαζομένους της ΣΚΤ, αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, όταν του το ζήτησε ο Υπουργός Οικονομικών και έτσι απέσυρε την αίτηση του για αποχώρηση.

Ανέφερε ότι η συμμετοχή της πρώην ΣΚΤ στην Altamira παραμένει στην εναπομένουσα οντότητα, προσθέτοντας ότι υπάρχει υποχρέωση και δέσμευση η συμμετοχή του 49% που κατείχε η ΣΚΤ στην κοινοπραξία με την Αltamira και πέρασε στην ΚΕΔΙΠΕΣ, όπως πωληθεί εντός 6 μηνών σε τρίτους. «Οι επόπτες και Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού το έθεσαν ως υποχρέωση στη συμφωνία ότι θα πρέπει να αποξενωθούμε από το 49%», είπε.

Είπε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία επιλογής του οίκου που θα αναλάβει το έργο που αφορά στη σύσταση και λειτουργία ενός φορέα διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων.

Ερωτηθείς εάν η συμφωνία με την Altamira ήταν μονόδρομος και γιατί δεν είχαν βγει σε προσφορές ενώ είχαν χρόνο, είπε ότι υπό τις περιστάσεις δεν είχαμε την επιλογή να βγούμε σε προσφορές γιατί θα καθυστερούσαμε πάρα πολύ και θα είχαμε ξεπεράσει το χρονικό όριο του τέλους του 2017, ενώ υπήρχαν και οι πιέσεις από τις εποπτικές αρχές, συμπλήρωσε.

Ερωτηθείς σχετικά, είπε ότι η διαπραγμάτευση με την Altamira γινόταν από τον κ. Χατζηγιαννη, ενώ ο κ. Κουρουνάς δεν είχε ουσιαστική εμπλοκή με τη διαπραγμάτευση.

Είπε ότι η συνεργασία με την Altamira συνεχίζεται, ενώ αναμένουμε τα πορίσματα της μελέτης που θα υποδείξει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον θα πρέπει να συνεχίσουμε με τον υφιστάμενο servicer (πάροχο) ως έχει, «κάτι το οποίο θεωρώ πολύ απομακρυσμένο».  «Σχεδόν έχουμε καθημερινή επαφή», είπε και πρόσθεσε ότι «αν σταματήσει η Altamira να κάμνει αναδιαρθρώσεις και να πουλά ακίνητα ο φορέας δεν θα έχει εισοδήματα».

Απαντώντας πως μπορεί η Altamira να πουλά ακίνητα, ενώ η τράπεζα δεν μπορούσε, είπε ότι «είναι θέμα θεωρώ τρόπου προσέγγισης, θέμα νοοτροπίας, είναι η αμεσότητα με την οποία λειτουργούν, διάφορές συνεργασίες που μπόρεσαν και σύναψαν, είναι ιδιωτική εταιρεία, λειτουργεί διαφορετικά».

Είπε, επίσης, ότι σίγουρα η Altamira διαπραγματευόταν από θέσης ισχύος, «αυτό είναι δεδομένο» , σημειώνοντας ότι στο τέλος της ημέρας υπεγράφη μια δίκαια συμφωνία αλλά «σίγουρα μπορεί να υπάρχει κάτι καλύτερο».

«Πιστεύω ότι ήταν μια δίκαια συμφωνία» είπε, η οποία επιτεύχθηκε μετά από μια πάρα πολύ σκληρή διαπραγμάτευση, στην οποία και οι δύο πλευρές έθεταν τις κόκκινες τους γραμμές. «Θεωρώ ότι έγινε ότι ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις και έπρεπε η λύση να βρεθεί κάπου στη μέση».

Ανέφερε ότι η μελέτη που βρίσκεται σε εξέλιξη θα αξιολογήσει την υφιστάμενη συμφωνία και θα αποφανθεί κατά πόσον είναι ή όχι δίκαιη, κι αν είναι ή όχι καλή ή ετεροβαρής προς την τράπεζα.  «Εμείς θα υιοθετήσουμε τις υποδείξεις της μελέτης αυτής», είπε.
Ερωτηθείς σχετικά, είπε ότι ο κ. Χατζηγιάννης ενόσω ήταν στη ΣΕΔΙΠΕΣ ελάμβανε την αντιμισθία των €200,000 τον χρόνο ως Γενικός Διευθυντής.

Ερωτηθείς σχετικά με το πόσα υπηρεσιακά αυτοκίνητα είχε αγοράσει η τράπεζα και πόσα χρήματα πλήρωσε, είπε ότι τα πλείστα αυτοκίνητα που βρίσκονται στον στόλο του συνεργατισμού δεν αγοράστηκαν πρόσφατα αλλά ήταν αυτοκίνητα που είχαν αγοράσει τα ίδια τα συνεργατικά όταν ήταν ανεξάρτητες νομικές οντότητες. «Συνολικά σήμερα έχουμε 117 αυτοκίνητα» είπε, προσθέτοντας ότι τα περισσότερα είναι αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν οι κλητήρες.

Είπε ότι «σήμερα έχουμε για αποκλειστική χρήση 8 αυτοκίνητα, τα οποία κρατούν κάποιοι διευθυντές. Έχουμε συνολικά 22 αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται από τις διευθύνσεις και άλλα 26 που χρησιμοποιούνται από κλητήρες. Αυτά τα αυτοκίνητα τυγχάνουν τώρα αναθεώρησης και επαναξιολογούνται οι ανάγκες», πρόσθεσε.

Ο κ. Ιακώβου ανέφερε επίσης ότι «έχουμε 5 αυτοκίνητα τα οποία χρησιμοποιεί μια ομάδα που κλείνει στην ουσία τα καταστήματα του δικτύου που έπιασε η Ελληνική και ακόμα 5 αυτοκίνητα που χρησιμοποιεί η Ελληνική για δικούς της σκοπούς και καταβάλλουν οι ίδιοι το κόστος συντήρησης και τα καύσιμα». Πρόσθεσε ότι 51 συνολικά αυτοκίνητα θα πάνε σε πλειστηριασμό.

Σε ερώτηση αν είχαν αγοραστεί πολυτελή αυτοκίνητα για διευθυντές και στελέχη την περίοδο που η τράπεζα αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα, ο κ. Ιακώβου απάντησε καταφατικά,  προσθέτοντας ότι σύμφωνα με τη δική του πληροφόρηση από το 2013 είχαν αγοραστεί 9 καινούργια αυτοκίνητα για διευθυντικά στελέχη.

Ανέφερε ότι από το 2016 και μετά αγοράστηκαν περίπου 5 αυτοκίνητα με συνολική αξία πέραν των €100.000, ενώ απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι ο Γενικός Διευθυντής κ. Χατζηγιάννη οδηγούσε αυτοκίνητο μάρκας Jaguar αξίας περίπου €29.000.
Ερωτηθείς για την περίπτωση παραχώρησης υπηρεσιακού οχήματος στην κ. Πάολα Τουμαζή, ο κ. Σταύρου είπε ότι της παραχωρήθηκε υπηρεσιακό αυτοκίνητο λόγω του ότι ήταν υπάλληλος «κλειδί» στην τράπεζα.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής κ. Αρέστη είπε ότι το παράξενο με αυτή την περίπτωση ήταν ότι η κ. Πάολα Τουμαζή είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο το 2009 και «της το επληρώσετε, νομίζω το 2015 όταν προσελήφθηκε, πληρώνοντας της €20.000». Ο κ. Ιακώβου είπε ότι η παραχώρηση υπηρεσιακού αυτοκινήτου προνοείτο στο συμβόλαιο της κ. Τουμαζή, προσθέτοντας ότι την απόφαση έλαβε η Επιτροπεία.

Ερωτηθείς σχετικά με το θέμα της εταιρικής κάρτας, είπε ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε αυτή την κάρτα 3-4 φορές μέσα σε 3-4 χρόνια.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής κ. Αρέστη, είπε ότι  ο κ. Χατζηγιάννης από τις 4 Σεπτεμβρίου που έπαψε να είναι Γενικός Διευθυντής της τράπεζας έκαμε αρκετές αγορές με την συγκεκριμένη κάρτα σε ψαροταβέρνες και εστιατόρια. «Είχε λόγο ο κ. Χατζηγιάννης να πηγαίνει να τρώει σε ψαροταβέρνες, σε εστιατόρια για να προσφέρει φιλοξενία σε κόσμο που θα εξυπηρετούσε τη ΣΕΔΙΠΕΣ;» ήταν η ερώτηση του κ. Αρέστη για να πάρει την απάντηση από τον κ. Ιακώβου: «Δεν γνωρίζω κ. Πρόεδρε».

Ο κ. Ιακώβου εξήγησε ότι η ΣΕΔΙΠΕΣ επωμίζεται αυτά τα έξοδα μόνο αν αιτιολογούνται επαρκώς σε διαφορετική περίπτωση τα επωμίζεται ο κάτοχος της κάρτας. «Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά τα επωμίστηκε η ΣΕΔΙΠΕΣ», είπε.

Ερωτηθείς αν μέχρι σήμερα απέρριψαν αιτήματα του κ. Χατζηγιάννη για τη χρήση της κάρτας του, ο κ. Ιακώβου δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και είπε ότι θα ενημερωθεί σχετικά από το λογιστήριο και στη συνέχεια θα ενημερώσει την Επιτροπή.

Σε ερώτηση ποιο ήταν το κόστος των διαφημίσεων για το έτος 2017-2018, ο κ. Ιακώβου είπε ότι δεν θυμόταν το ακριβές ποσό, προσθέτοντας ότι «ο προϋπολογισμός για την επικοινωνία και τη διαφήμιση νομίζω ότι ανερχόταν γύρω στα €4 εκ. ετησίως».

Κληθείς να πει αν τα συμβόλαια αυτά ανανεώθηκαν τον Μάρτιο του 2018, είπε ότι τα συμβόλαια βρίσκονταν στη νομική υπηρεσία της τράπεζας για επεξεργασία «αλλά θεωρώ ότι είχαν ήδη καταβληθεί κάποια ποσά για τα συγκεκριμένα συμβόλαια».

«Για να διαφημίσετε τι κ. Ιακώβου; Ότι η τράπεζα έβαινε προς κλείσιμο;» ήταν η αντίδραση από την πλευρά του Προέδρου της Επιτροπής.

Ο κ. Ιακώβου είπε ότι τον Μάρτιο δεν ήταν απόλυτα σίγουρο ότι λύση θα ήταν η διάσπαση της τράπεζας. «Θα μπορούσε να εξευρεθεί κάποιος επενδυτής για να φέρει τα απαιτούμενα κεφάλαια μέσα στην τράπεζα», είπε και πρόσθεσε ότι το συνολικό ποσό που πληρώθηκε για το 2018 για διαφημίσεις ανερχόταν στο €1 εκ.

Η Επιτροπή ενημέρωσε, τέλος, τον κ. Ιακώβου ότι θα τον καλέσει να καταθέσει και για τρίτη φορά ενώπιον της προκειμένου να δώσει κάποιες απαντήσεις σε επιπλέον ερωτήματα των μελών της Επιτροπής.