“Συνεχίζονται οι δυσκολίες για έξι πρόσφυγες στις Βρετανικές Βάσεις”

“Συνεχίζονται οι δυσκολίες για έξι πρόσφυγες στις Βρετανικές Βάσεις”

Η νέα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου δεν επιλύει τις δυσκολίες με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι οι πρόσφυγες που διαμένουν σε καθεστώς ασάφειας για 20 χρόνια στις Βρετανικές Βάσεις, στην Κύπρο, λέει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR).

Όπως δήλωσε στο ΚΥΠΕ η Αιμιλία Στροβολίδου, λειτουργός ενημέρωσης του γραφείου της UNHCR στην Κύπρο, η Ύπατη Αρμοστεία ενθαρρύνει την εξεύρεση μόνιμης λύσης, σημειώνοντας παράλληλα πως οι Βρετανικές Βάσεις είναι στρατιωτικές βάσεις και δεν έχουν σχεδιαστεί ως τόπος μόνιμης κατοικίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε πρόσφατα πως έξι πρόσφυγες από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή που βρήκαν καταφύγιο στην περιοχή των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο προ δεκαετιών δεν έχουν το αυτόματο δικαίωμα μετεγκατάστασης στη Μεγάλη Βρετανία.

Σύμφωνα με την κ. Στροβολίδου, η Ύπατη Αρμοστεία σημειώνει την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία επαναβεβαιώνει ότι η Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και το Πρωτόκολλο του 1967 ισχύουν στην περίπτωση των Βρετανικών Βάσεων, και κάνει λόγο για ευπρόσδεκτη διαπίστωση.

Ωστόσο, συνεχίζει, η Σύμβαση για τος Πρόσφυγες δεν παρέχει από μόνη της το δικαίωμα στους πρόσφυγες στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλιας να μετεγκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Όπως λέει η κ. Στροβολίδου, στην απόφασή του Ανωτάτου ζητούνται πρόσθετες διευκρινίσεις, ώστε να παρθεί η τελική απόφαση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το ζήτημα της νομιμότητας των προσπαθειών του Ηνωμένου Βασιλείου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση, διευθετώντας την παροχή στήριξης στους πρόσφυγες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Η Ύπατη Αρμοστεία, συνεχίζει, ενθαρρύνει εδώ και πολλά χρόνια την εξεύρεση μιας μόνιμης λύσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ενώ εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για τη δύσκολη και επισφαλή κατάσταση των προσφύγων.

Σημειώνει παράλληλα την περιορισμένη πρόσβαση που έχουν σε υπηρεσίες, όπως εκπαίδευση και υγεία, ενώ λέει ότι τα δικαιώματά τους περιορίστηκαν καθώς δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν.

Αναφέρεται ακόμη στην ψυχολογική διάγνωση που έγινε για λογαριασμό της Ύπατης Αρμοστείας και η οποία κατέδειξε τις δυσμενείς συνέπειες της εγκατάλειψης αυτών των προσφύγων και αιτούντων άσυλο σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η Ύπατη Αρμοστεία εκφράζει τέλος την ελπίδα ότι μόλις δοθούν οι διευκρινίσεις προς το Δικαστήριο, το ζήτημα θα λυθεί και θα βρεθεί μια διαρκής λύση για τους επηρεαζόμενους.