Την Έφη και τους γονείς της τους βάλατε μέσα, οι υπόλοιποι;

Την Έφη και τους γονείς της τους βάλατε μέσα, οι υπόλοιποι;

Αποφάνθηκε η δικαιοσύνη να στείλει στη φυλακή την Έφη Ηροδότου για δύο χρόνια, τον πατέρα της για 3 χρόνια και την μάνα της για ενάμιση χρόνο. 

Δεκτή και σεβαστή η απόφαση της δικαιοσύνης, καθώς όπως αποφάσισε το δικαστήριο διαπράχθηκαν αδικήματα. Παρ΄όλα αυτά ουδείς απαγορεύει την έκφραση άποψης επί’ αυτής. Ούτε σε παρεμφερή θέματα. Εν προκειμένω, τουλάχιστον επιβάλλεται.

Δέκα και πλέον χρόνια μετά τα αδικήματα, για να καταστεί εφικτή η απονομή της δικαιοσύνης, προβλήθηκε μέχρι και βίντεο με την αναπαράσταση των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες σημειώθηκε το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα της 27ης Δεκεμβρίου του 2007, στη Λεμεσό, με θύμα τον 17χρονο Αιμίλιο Ιωάννου.

Κλήθηκαν μάρτυρες (άλλοι τα κατάφεραν και άλλοι όχι), ακούστηκαν αγορεύσεις, θέσεις, ισχυρισμοί και το αποτέλεσμα είναι οι ποινές.

Αποδόθηκε δικαιοσύνη στα αδικήματα που διέπραξαν η Έφη Ηροδότου και οι γονείς τους. Απ’ εκεί και πέρα; Δεν υπάρχουν ευθύνες;

Το Ζεύγος Ηροδότου κρίθηκε ένοχο στις 21 Ιουλίου σε πέντε κατηγορίες για τα αδικήματα της πρόκλησης σε ψευδορκία, της υποκίνησης μάρτυρα σε ψευδή μαρτυρία, της πλαστογραφίας εγγράφου, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της χρήσης πλαστού αποδεικτικού στοιχείου.

Ερώτηση ενός μέσου, αντικειμενικού και καλά πληροφορημένου πολίτη. Ποιος από τους δικαστές έκανε αποδεκτά τα ως άνω και γιατί; Κάτω από ποιες συνθήκες;

Ο νομικός και πρώην δικαστής του ΕΔΑΔ Λουκής Λουκαΐδης, περί τον Νοέμβριο του 2016 σε ομιλία του με θέμα “η ποιότητα των αποφάσεων των Δικαστηρίων – Με παραδείγματα” ανέφερε μεταξύ άλλων ότι “το Δικαστικό Σώμα έχει ελλείψεις. Ελλείψεις γνώσεων, ελλείψεις αμεροληψίας και ελλείψεις αυτογνωσίας. Αυτά τα προβλήματα οφείλονται στο γεγονός ότι οι δικαστές διορίζονται χωρίς αυστηρό έλεγχο των γνώσεων, της πείρας τους και της προσωπικότητας τους”.

Οι κύριοι βουλευτές οφείλουν άμεσα να εκσυγχρονίσουν με νομοθεσίες την όλη λειτουργία του δικαστικού σώματος. Οφείλουν να εφαρμόσουν νομοθεσίες αυστηρότερων κριτηρίων των όσων ενδιαφέρονται να καθίσουν πίσω από τη δικαστική έδρα. Εκείνη η έδρα κρίνει την ζωή και την τύχη ανθρώπων.

Ταυτόχρονα, επειδή η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια, είμαστε σε μια εποχή όπου επιβάλλεται πλέον να υπάρξει ένας μηχανισμός όπου και οι δικαστές με εμφανή σφάλματα, ή που κάνουν αποδεκτά στοιχεία όπως αυτά που οδήγησαν τους γονείς της Έφης Ηροδότου στη φυλακή ή παραπέφτουν σε αδικήματα με οιονδήποτε τρόπο, να είναι υπόλογοι. Ίσως να υπάρχουν και παραδειγματικές τιμωρίες.

Πλέον, αν και ζούμε στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, στις δικαστικές αίθουσες έχουμε στενογράφους αντί να έχουμε συσκευές ηχογράφησης. Την ώρα που το ίδιο το νομοθετικό σώμα ψηφίζει με ηλεκτρονική ψηφοφορία…

Τα ως άνω προς προβληματισμό…

Τέλος, παραπέμπουμε επίσης στο κείμενο: «Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΔΡΑ» - ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΥΡΩΝΑ ΝΙΚΟΛΑΤΟ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΥΡΩΝΑ ΝΙΚΟΛΑΤΟ ΣΤΟ ΠΑΓΚΥΡΙΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ.

Είναι μεγάλη η χαρά μου που έχω την ευκαιρία να απευθυνθώ σε εσάς σήμερα, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι και να ανταλλάξω μαζί σας κάποιες σκέψεις αναφορικά με το ρόλο και τη συμπεριφορά του Δικαστή στην έδρα.

Σκοπός μου είναι να υπογραμμίσω κάποιες από τις υποχρεώσεις που έχει ο Δικαστής στην έδρα, αλλά και να αναφερθώ και σε πράξεις και ενέργειες του Δικαστή τις οποίες οφείλει να αποφεύγει ή να προσέχει.  Το περιεχόμενο της σημερινής μου ομιλίας βασίζεται σε σχετική νομολογία, σε συγγράμματα και μελέτες που συμβουλεύθηκα αλλά και στις προσωπικές μου εμπειρίες για 35 χρόνια ως δικηγόρος και Δικαστής.

Ως πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή στην έδρα αναγνωρίζω αυτό της διασφάλισης δίκαιης δίκης.  Η έννοια της δίκαιης δίκης καλύπτει τη διαδικασία στο σύνολό της και όχι μόνο την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου.  Η δίκαιη δίκη διασφαλίζεται τόσο από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ).

Η διεξαγωγή δίκαιης δίκης προϋποθέτει σεβασμό της αρχής της ισότητας των όπλων, δηλαδή παροχής ίσων ευκαιριών παρουσίασης της υπόθεσης, στα εμπλεκόμενα μέρη.  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σε σειρά αποφάσεων αναφέρθηκε στη σημασία της δίκαιης δίκης και την ύπαρξη ασφαλιστικών δικλείδων για την εξασφάλιση της.  Στην υπόθεση Delcourt (1970) Series A, no. 11, το ΕΔΔΑ τόνισε ότι, σε μια δημοκρατική κοινωνία, το δικαίωμα της ανεπηρέαστης απονομής της δικαιοσύνης από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο δικαστήριο, είναι υψίστης σημασίας.     Στην υπόθεση Piersack (1982), Series A, no. 53, το ίδιο δικαστήριο είπε ότι, σε μια δημοκρατική πολιτεία, ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη στο κοινό.

Επομένως απαραίτητο στοιχείο της δίκαιης δίκης είναι η ύπαρξη ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αντικειμενικού Δικαστή, ο οποίος όχι  μόνο θα πρέπει να έχει αυτές τις ιδιότητες, αλλά και θα πρέπει να φαίνεται, σ΄ όλους τους καλόπιστους και καλά πληροφορημένους παρατηρητές, ότι τις έχει.  Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α. (1999) 1 ΑΑΔ 717 τέθηκε ζήτημα έλλειψης αμεροληψίας του ενός των διαιτητών.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παρατήρησε ότι το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό έκανε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Regina v. Stratford on Avon Justices, ex parte Edmonds, Edmonds v. Badham (1973) 1 RTR, 356.    Στην υπόθεση εκείνη, μετά το πέρας της δίκης του κατηγορούμενου, ο Κατήγορος, Ανώτερος Αστυνόμος, εισχώρησε στην αίθουσα όπου συνεδρίαζαν οι Ειρηνοδίκες και  προσφέρθηκε να τους εφοδιάσει  με αντίγραφο του Νόμου περί Οδικής Ασφάλειας, στον οποίο βασίζονταν οι κατηγορίες.  Οι Ειρηνοδίκες, στη συνέχεια, καταδίκασαν τον κατηγορούμενο αλλά η καταδίκη του ακυρώθηκε με προνομιακό ένταλμα Certiorari.   Το δικαστήριο έκρινε ότι η προαναφερόμενη επαφή, την οποία είχε ο Κατήγορος με τους Δικαστές, ήταν ανεπίτρεπτη.  Η παρουσία του Κατηγόρου στο ιδιαίτερο γραφείο των Δικαστών μπορούσε να δημιουργήσει εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με το σκοπό της επίσκεψης του και να κλονίσει την πίστη, ενός  παρατηρητή, στην αμεροληψία των Δικαστών.   Στην  υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) τονίστηκε πως η φύση του δικαστικού λειτουργήματος καθιστά απαράδεκτη οποιαδήποτε επαφή ή συζήτηση των επιδίκων θεμάτων, με οποιοδήποτε από τα μέρη, έξω από το πλαίσιο της νενομισμένης διαδικασίας.

Στην  υπόθεση Πίτσιλλος ν. Ευγενίου (1989) 1 ΑΑΔ 691 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τη θεμελιωμένη αρχή πως ο Δικαστής δεν πρέπει απλά να είναι, αλλά και να φαίνεται αμερόληπτος.   Η αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια.  Η ύπαρξη προκατάληψης ανατρέπει το θεμέλιο της δίκης και καθιστά τη διαδικασία άκυρη.

Στην υπόθεση Παπακυριακού ν. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 133 τέθηκε ζήτημα προκατάληψης ή έλλειψης αμεροληψίας του εκδικάζοντος Δικαστή.   Αφού έγινε αναφορά σε σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, (ειδική αναφορά έγινε στις αποφάσεις Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 271 και Locabail Ltd v. Bayfield Properties (2001) 1 Αll E.R. 65 και Ex Parte Pinochet Ugarte (Νο. 2) (1999) 2 All E.R. 577 (ΗL)), κρίθηκε ότι, στην υπόθεση εκείνη, η ακροαματική διαδικασία είχε «μολυνθεί» και ότι η δίκη που διεξήχθη δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δίκαιη, επειδή είχε χαθεί απαραίτητο στοιχείο της δίκαιης δίκης που είναι η ύπαρξη ανεξάρτητου και αντικειμενικού κριτή, ο οποίος όχι μόνον θα έχει αυτές τις ιδιότητες, αλλά και θα φαίνεται, σ΄ όλους τους καλά πληροφορημένους παρατηρητές, ότι τις έχει.   Στην υπόθεση εκείνη, ο πρωτόδικος Δικαστής είχε δεχθεί ουσιαστικό μάρτυρα κατηγορίας στο ιδιαίτερο γραφείο του, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.  Ο ίδιος μάρτυρας γινόταν δεκτός και στο γραφείο της ιδιαιτέρας του Δικαστή κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων της αντεξέτασης του.   Ακόμα, ο πατέρας του αποβιώσαντος νεαρού, σε σχέση με τον οποίο κατηγορείτο ο εφεσείων, έδειξε σχέδιο που είχε σχέση με την υπόθεση, στον εκδικάζοντα Δικαστή και αυτό το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε αμέσως στους διαδίκους, στο δικαστήριο, όπως θα έπρεπε.  Θεωρήθηκε ότι ο Δικαστής δεν τήρησε το υψηλό επίπεδο αντικειμενικής αμεροληψίας που αναμένεται, σε κάθε περίπτωση, από τους Δικαστές.

Στο σύγγραμμα του διαπρεπούς Άγγλου Δικαστή Λόρδου Devlin «The Judge», στη σελ. 3, αναγράφονται και τα εξής:  Η προσφορά του Δικαστή στην κοινωνία είναι να άρει το αίσθημα της αδικίας.   Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού είναι απαραίτητη μια ουσιώδης αρετή, η αμεροληψία, αλλά και η εμφάνιση αμεροληψίας.   Η υποκειμενική αμεροληψία είναι εκ των ων ουκ άνευ,  εφόσον χωρίς αυτή δεν νοείται ορθή απονομή της δικαιοσύνης.  Όμως από τη σκοπιά της κοινωνικής προσφοράς, πιο σημαντική είναι η εμφάνιση της αμεροληψίας, δηλαδή η αντικειμενική αμεροληψία.  Ο Δικαστής που δίνει μια ορθή απόφαση, χωρίς όμως να συνυπάρχουν τα εξωτερικά γνωρίσματα της αντικειμενικότητας, μπορεί να πράττει θεάρεστο έργο αλλά δεν εξυπηρετεί την ανθρώπινη δικαιοσύνη.

Σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον Δικαστή, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, με την κατηγορία της ανάρμοστης συμπεριφοράς, έγιναν σημαντικές παρατηρήσεις αναφορικά με τη συμπεριφορά που οφείλει να έχει ο Δικαστής στη έδρα.   Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ ν. Μελάρτα κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 654 στην οποίαν προήδρευε του πρωτόδικου δικαστηρίου ο προαναφερόμενος Δικαστής και επαναλήφθηκε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον ορθό τρόπο λειτουργίας του Δικαστή.    Τονίστηκε ότι το μέγεθος της παρέμβασης του Δικαστή ήταν υπερβολικό και οι παρεμβάσεις του δικαστηρίου ήταν συνεχείς, σε σημείο που δεν άφηναν το συνήγορο των εφεσειόντων να εκτελέσει το καθήκον του.  Συγκεκριμένα, σε έξι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του, το δικαστήριο υπέβαλε συνολικά 355 ερωτήσεις.  Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το δικαστήριο είχε έλθει σε έντονη φραστική αντιπαράθεση με το δικηγόρο των εφεσειόντων χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, εκφράσεις όπως «Δεν θα κάμνουμε μαθήματα Νομικής εδώ» και «Έχετε λάθος νομικά», «Ίσως είναι επειδή δεν έρχεστε συχνά σ΄ αυτό το δικαστήριο».   Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι η, πέραν του δέοντος, ανάμειξη του Δικαστή στη διαδικασία, μπορούσε να δημιουργήσει αχρείαστες εντυπώσεις για έλλειψη αμεροληψίας, αυτό δε ίσχυε, ακόμη περισσότερο, με την αντιπαράθεση του δικαστηρίου με παράγοντες της δίκης.

Στην προαναφερόμενη πειθαρχική διαδικασία τονίστηκαν πέντε βασικές αρχές της δεοντολογίας, όπως καταγράφονται με νόμο της Βουλής του Καναδά.  Αυτές είναι:    η δικαστική ανεξαρτησία, η ακεραιότητα, η επιμέλεια, η ισότητα και η αμερόληπτη δικαιοσύνη.  Για τη δικαστική ανεξαρτησία τονίζεται ότι μια  ανεξάρτητη δικαστική εξουσία είναι απαραίτητη για να λειτουργεί ανεπηρέαστη απονομή της δικαιοσύνης, βάσει του νόμου.  Οι Δικαστές, επομένως, έχουν καθήκον να περιφρουρούν παραδειγματικά τη δικαστική τους ανεξαρτησία και, θα πρόσθετα, τόσο τη λειτουργική όσο και την ατομική.  Ως προς την ακεραιότητα οι Δικαστές οφείλουν να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα, ώστε να διατηρούν και να επαυξάνουν την εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαστική εξουσία.  Αναφορικά με την επιμέλεια οι Δικαστές οφείλουν να είναι επιμελείς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.  Σε σχέση με την ισότητα, οι Δικαστές πρέπει να συμπεριφέρονται και να διευθύνουν την ενώπιον τους  διαδικασία με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ισότητα, σύμφωνα με το νόμο.

Όσον αφορά την αμερόληπτη δικαιοσύνη, οι Δικαστές πρέπει να είναι και να φαίνονται ότι είναι αμερόληπτοι σε ότι αφορά τις αποφάσεις τους και τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων τους.   Αναφορικά με αυτό το ζήτημα οι Δικαστές οφείλουν να διασφαλίζουν, με τη συμπεριφορά τους μέσα και έξω από το δικαστήριο, τη διατήρηση και επαύξηση της εμπιστοσύνης του κοινού στην αμερόληπτη κρίση τους και στην αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, γενικότερα.   Πρέπει επίσης η εμφάνιση της αμερόληπτης ιδιότητας τους να διαπιστώνεται αξιολογούμενη από τη σκοπιά του λογικού, συνετού και πληροφορημένου ατόμου.  Όσον αφορά την προσωπική του ζωή και τη διαχείριση των οικονομικών του ζητημάτων η συμπεριφορά του Δικαστή θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ελαχιστοποιούνται οι περιπτώσεις στις οποίες ο Δικαστής εξαιρείται από την ακρόαση υποθέσεων.

Το ζήτημα της εξαίρεσης των Δικαστών από υποθέσεις που εκδικάζουν έτυχε νομολογιακής ερμηνείας.  Ασφαλώς ο Δικαστής έχει καθήκον να επιλαμβάνεται των ενώπιον του υποθέσεων και δεν πρέπει να εξαιρείται από την εκδίκαση υποθέσεων που έχουν ανατεθεί σ΄ αυτόν, εκτός στις περιπτώσεις ύπαρξης λόγων που εγείρουν ζήτημα προκατάληψης εις βάρος του (Δέστε:  Markides v. Republic (1984) 1 CLR, 304).    Ο Δικαστής, όμως, έχει δικαίωμα να εξαιρεθεί είτε κατόπιν σχετικού αιτήματος διαδίκου, είτε διότι ο ίδιος θεωρεί ότι συντρέχουν λόγοι αυτοεξαίρεσης του.  Τέτοιοι λόγοι συντρέχουν όταν υφίσταται, εξ αντικειμένου κώλυμα ή όταν ο Δικαστής κρίνει πως, για προσωπικούς λόγους, δεν ενδείκνυται να συμμετάσχει στην εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης.  Ο οδηγός του Δικαστή στη διαπίστωση κωλύματος δεν πρέπει να είναι η ευαισθησία του αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού του καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει.   Η από μέρους ενός Δικαστή επίλυση ενός νομικού ζητήματος και γενικά η διατύπωση δικαστικών θέσεων και απόψεων σχετικών με τα επίδικα θέματα, σε προηγούμενες διαδικασίες, δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης του ένεκα προκατάληψης και δεν δημιουργεί κώλυμα για συμμετοχή του σε μεταγενέστερες διαδικασίες στις οποίες άμεσα ή έμμεσα εγείρονται παρόμοια θέματα (Δέστε:  Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 ΑΑΔ 54 και Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (2002) 3 ΑΑΔ 80).   Η αυτοεξαίρεση Δικαστή για προσωπικούς λόγους ανάγεται αποκλειστικά στον ίδιο και σχετίζεται με την ελευθερία του να λειτουργήσει ως κριτής.

Ο διακεκριμένος Δικαστής Λόρδος Denning, στην αίτηση εξαίρεσής του, στην υπόθεση Ex parte Church of Scientology of California (The Law Times της 20.2.78), η οποία αναφέρεται στην υπόθεση Makrides (ανωτέρω), στη σελ. 307, εξέφρασε την άποψη ότι αν ο διάδικος, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, θα αισθανόταν λίγο ενοχλημένος αν ο συγκεκριμένος Δικαστής συμμετείχε στη σύνθεση του Εφετείου, τότε θα ήταν ορθό να εξαιρεθεί από τη συμμετοχή του στην υπόθεση.  Ο λόγος για τον οποίο είχε ζητηθεί η εξαίρεση του Δικαστή Denning στην υπόθεση εκείνη ήταν ότι, σε προηγούμενες περιπτώσεις, ο Δικαστής είχε εκφράσει απόψεις εναντίον των θέσεων της «Church of Scientology» και ο δικηγόρος των αιτητών είχε υποβάλει ότι οι πελάτες του αισθάνονταν ότι θα έπρεπε να έχουν ευκαιρία εκδίκασης της υπόθεσης τους ενώπιον άλλης σύνθεσης του Αγγλικού Εφετείου.  Παρόλο που τα μέλη του Εφετείου έκριναν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που δικαιολογούσε τον αποκλεισμό του Δικαστή Denning από την υπόθεση, ο ίδιος ο Δικαστής απεφάσισε να αυτοεξαιρεθεί, εκφράζοντας, κατ΄  αυτό τον τρόπο, την  προσωπική του αντίδραση κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης.

Η συμπεριφορά των Δικαστών προς τους μάρτυρες πρέπει να διακρίνεται από ευγένεια και σεβασμό στο έργο που αυτοί επιτελούν.  Ο Δικαστής δεν έχει δικαίωμα να ταλαιπωρεί ή να ταπεινώνει το μάρτυρα.  Με τις ερωτήσεις του ο Δικαστής μπορεί μόνο να βοηθήσει το μάρτυρα να δώσει τη μαρτυρία του με μεγαλύτερη σαφήνεια και συνοχή.  Οι σχέσεις μεταξύ Δικαστών και δικηγόρων θα πρέπει να βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και την ευγένεια που πρέπει να επιδεικνύεται, διαφυλάσσοντας κατ΄  αυτό τον τρόπο την αμεροληψία αλλά και την εικόνα της αμεροληψίας του Δικαστή.   Ο σοφός Σωκράτης υπέδειξε ότι οι Δικαστές θα πρέπει να ακούουν ευγενικά και υπομονετικά, να απαντούν σοφά, να σκέπτονται σοβαρά και να αποφασίζουν αμερόληπτα.   Ο Δικαστής δηλαδή θα πρέπει να είναι πράος, προσεκτικός, υπομονετικός και αμερόληπτος.  Πρέπει να είναι ευγενής προς τους συνηγόρους, ειδικά τους νεότερους και τους λιγότερο έμπειρους και γενικά σε όλους τους παράγοντες της δίκης.  Μπορεί ο Δικαστής να επέμβει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας όταν το θεωρήσει αναγκαίο για την επίσπευση της διαδικασίας, τη διασάφηση των επιδίκων θεμάτων ή την αποτροπή της αδικίας.   Οι διάδικοι, οι μάρτυρες και οι συνήγοροι έχουν κάθε δικαίωμα μεταχείρισης με ευγενικό και αξιοπρεπή τρόπο, από το δικαστήριο.  Αυτό βέβαια δεν υπονοεί ότι ο Δικαστής δεν πρέπει να είναι αυστηρός και να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία με δίκαιο και παραγωγικό τρόπο.  Η συμπεριφορά του όμως δεν πρέπει να υποδηλώνει έλλειψη υπομονής ή δυσανάλογη αυστηρότητα προς οποιοδήποτε συνήγορο, διάδικο ή μάρτυρα.  Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να απονέμεται ανάλογα με τις ιδιοσυγκρασίες των προσώπων που την απονέμουν.   Ένας Δικαστής θα πρέπει να ακολουθεί τη συνήθη και αναμενόμενη μέθοδο απονομής της δικαιοσύνης και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί ακραίες ή ιδιόρρυθμες θέσεις στις αποφάσεις του ή θεαματική συμπεριφορά μέσα στο δικαστήριο (Δέστε:  People v. Black (150 Cal. App. 2d 494, (1957)).

Η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή ο Δικαστής αποφασίζει σύμφωνα με το Νόμο και  όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, ή οποιεσδήποτε σκοπιμότητες.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στις σχέσεις των Δικαστών μεταξύ τους.  Οι σχέσεις αυτές πρέπει να είναι αρμονικές και να χαρακτηρίζονται από αβρότητα.   Ούτε οι ευγενείς φιλοδοξίες, που είναι θεμιτές, ούτε και η προσπάθεια του καθενός να διεκπεραιώσει το καθήκον του, θα πρέπει να υποβαθμίζουν την ανάγκη για αγαστή συνεργασία και αλληλοσεβασμό μεταξύ των Δικαστών,  οι οποίοι δεν πρέπει να επιδιώκουν την αυτοπροβολή.

Η ανεξαρτησία των Δικαστών, λειτουργική και ατομική, δεν μπορεί να μην τονιστεί.  Η δικαστική εξουσία είναι και θα πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη από τις άλλες δύο εξουσίες και η ατομική ανεξαρτησία του κάθε Δικαστή θα πρέπει επίσης να διαφυλαχθεί.  Ούτε οι άλλες εξουσίες δικαιούνται να επέμβουν στη δικαστική εξουσία αλλά ούτε και οι, ιεραρχικά ανώτεροι, Δικαστές μπορούν να επέμβουν στην ατομική ανεξαρτησία του κάθε Δικαστή, κατά την επιτέλεση του δικαστικού του έργου. Είναι ουσιαστικά μόνο με τις αποφάσεις τους που τα Ανώτερα Δικαστήρια μπορούν να καθοδηγήσουν ή να διορθώσουν τα Κατώτερα Δικαστήρια.

Το τι είναι επιτρεπτό να διαβιβαστεί σε ένα δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας μιας υπόθεσης καθορίζεται από την νομολογία.  Στην υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 249, η απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπέστη ομολογουμένως αρνητική κριτική.  Στην απόφαση εκείνη μετείχε και ο υποφαινόμενος.  Η εφεσείουσα, η οποία ήταν Υπουργός Υγείας, και λόγω αξιώματος Πρόεδρος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου, στις 10.9.2004 απέστειλε σε Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, επιστολή σε σχέση με εκκρεμούσα ποινική υπόθεση, ορισμένη ενώπιον του δικαστηρίου στις 13.9.2004.    Προκλήθηκε μείζον θέμα, ουσιαστικά, επέμβασης της Υπουργού στην ανεξάρτητη δικαστική εξουσία.   Η Υπουργός κατηγορήθηκε για παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία.   Έγινε παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου ότι η Υπουργός δεν είχε πρόθεση να επηρεάσει το έργο της δικαιοσύνης, παραδεκτό όμως επίσης έγινε ότι στάληκε από το γραφείο της Υπουργού προς τη Δικαστή εμπιστευτικό σημείωμα με το οποίο τίθεντο ενώπιον της Δικαστού κάποιες πληροφορίες αναφορικά με τον κατηγορούμενο στην προαναφερόμενη υπόθεση.  Οι πληροφορίες αφορούσαν στις προσπάθειες αποτοξίνωσης του κατηγορουμένου και ήταν ευνοϊκές γι΄ αυτόν.    Η κατηγορούμενη Υπουργός καταδικάστηκε πρωτόδικα αφού κρίθηκε ότι αυτή είχε διαπράξει το actus reus του αδικήματος του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, έχοντας ταυτόχρονα και το απαραίτητο mens rea.    Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση της πλειοψηφίας ασχολήθηκε με την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και κατέληξε στο ότι ούτε το ένα είχε αποδειχθεί, ούτε και το άλλο.  Το ότι η επικοινωνία δεν ήταν επιτρεπτή ήταν δεδομένο.  Το ζητούμενο όμως ήταν το κατά πόσο επρόκειτο για εγκληματική επικοινωνία.  Αυτό εξαρτάτο από το κατά πόσον υπήρχε, σε εκείνη την περίπτωση, το ενδεχόμενο βλάβης στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.  Το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού της Δικαστού, άρα δεν υπήρχε και το ενδεχόμενο βλάβης στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Το τελευταίο ζήτημα στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ είναι αυτό της καταφρόνησης του δικαστηρίου.  Στο Αγγλικό Κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, η καταφρόνηση του δικαστηρίου, η οποία διαπράττεται ενώπιον του, συνιστά αδίκημα και τιμωρείται από το ίδιο το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε. Ύβρεις ή υβριστική συμπεριφορά προς τον εκδικάζοντα Δικαστή συνιστούν το προαναφερόμενο αδίκημα.   Η εξουσία επιβολής ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα θεωρείται, στο Κοινό Δίκαιο, ως εξουσία που πρέπει να υπάρχει αλλά σπάνια και σε ακραίες μόνο περιπτώσεις να ασκείται καθότι καταστρατηγεί τον κανόνα «Nemo Judex in Causa Sua» ουδείς είναι κριτής της δικής του υπόθεσης.

Στην υπόθεση Κυπριανού ν. Κύπρου, Αίτηση αρ. 73797/01, ημερ. 15.12.2005,   το ΕΔΔΑ εξέτασε ζήτημα καταφρόνησης του δικαστηρίου (ενώπιον του δικαστηρίου), από δικηγόρο υπεράσπισης σε δίκη για φόνο.  Οι Δικαστές θεώρησαν ότι ο δικηγόρος επέδειξε έκδηλη έλλειψη σεβασμού, στο δικαστήριο, με λέξεις και με συμπεριφορά και τον καταδίκασαν σε πενθήμερη φυλάκιση η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.   Ο δικηγόρος είχε χαρακτηρίσει ως «ραβασάκι», γραπτό σημείωμα που ανταλλάγηκε μεταξύ των παρέδρων που ήταν αντίθετου φύλου.  Το ΕΔΔΑ δεν πείστηκε ότι η ποινή της φυλάκισης που επιβλήθηκε στον αιτητή ήταν ανάλογη προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτητής ήταν δικηγόρος υπεράσπισης και λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις.  Η ποινή θεωρήθηκε ως δυσανάλογα αυστηρή για τον αιτητή και προϊόν μη δίκαιης, συνοπτικής, διαδικασίας σε υπόθεση καταφρόνησης δικαστηρίου.  Κρίθηκε ότι δεν επιτεύχθηκε η ορθή ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για προστασία του κύρους της δικαστικής εξουσίας και της ανάγκης για προστασία του δικαιώματος του δικηγόρου για ελευθερία έκφρασης, στην υπόθεση.

Με αυτές τις σκέψεις επιθυμώ να τελειώσω την επικοινωνία μου μαζί σας τονίζοντας ότι το έργο του Δικαστή είναι δύσκολο και επίπονο και διεξάγεται πολλές φορές κάτω από συνθήκες μεγάλης έντασης και ίσως και ψυχολογικής πίεσης.   Μπροστά σ΄ αυτά τα δεδομένα ο Δικαστής οφείλει να θωρακιστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή υπομονή, ευγένεια και σεμνότητα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι θα αποστεί από το καθήκον του να διευθύνει την ενώπιον του διαδικασία κατά τρόπο δίκαιο, αμερόληπτο και αντικειμενικό αλλά και με την απαραίτητη αυστηρότητα ως προς την αποφυγή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και της σπατάλης πολύτιμου δημόσιου χρόνου.

ΛΕΜΕΣΟΣ, 5.4.2014.